Header Ads

Βασίλης Φίλιας: Ο Άνθρωπος του Πολιτισμού και της Επιστήμης. Μέγας Δάσκαλος, Αγωνιστής και Πατριώτης.

Είναι αλήθεια ότι για ορισμένους ανθρώπους που έφυγαν από την ζωή δεν χρειάζονται ούτε μνημόσυνα ούτε ευχέλαια, διότι έχουν εγχαραχτεί τόσο βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων και στη μνήμη του λαού που δεν λησμονιούνται διαχρονικά. Το πολύπλευρο έργο τους, η κοινωνική και η αγωνιστική τους στάση ζωής τους έχουν καταξιώσει στην εθνική συνείδηση και γι’ αυτό θα παραμείνουν για πάντα στην ιστορία του τόπου, ως ιδιαίτερα αξιόλογες προσωπικότητες.

Μια τέτοια εξέχουσα προσωπικότητα ήταν και ο καθηγητής Βασίλης Φίλιας που έφυγε πρόσφατα για το μεγάλο ταξίδι της αιωνιότητας, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο πνευματικής και αγωνιστικής προσφοράς που πολύ δύσκολα μπορεί να ξεπερασθεί και να λησμονηθεί.

Ο Βασίλης Φίλιας ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα και, συνάμα, ένας ακούραστος εργάτης του πνεύματος και της ζωής, με τεράστια προσφορά στην Επιστήμη και στον Άνθρωπο. Ιδιαίτερα, ήταν ο ιδανικός τύπος του ανθρώπου- διανοούμενου-επιστήμονα και του ανθρώπου-αγωνιστή-πατριώτη και πολιτικού, που αγωνίστηκε από κάθε μετερίζι χωρίς ποτέ να «το βάζει κάτω». Για όλους αυτούς τους λόγους υπήρξε ένα ειδικό κεφάλαιο στο γνωστικό πεδίο της Κοινωνιολογίας και της Ιστορίας της πολιτικής ζωής του τόπου.

Στον τομέα της επιστήμης, η προσφορά του χαρακτηρίζεται μεγίστης σημασίας, δεδομένου ότι ήταν ο θεμελιωτής της σύγχρονης Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα, ιδιότητα και δράση που τον καθιστά «πατριάρχη της Κοινωνιολογίας». Ειδικότερα, υπήρξε καθηγητής και πρώην Πρύτανης της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (Π.Α.Σ.Π.Ε.), καθώς και Ιδρυτής και Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, το οποίο, επί της θητείας του, απέκτησε μεγάλη επιστημονική και επαγγελματική αναγνώριση. Κατά την περίοδο 1975-1989, μαζί με τον αείμνηστο καθηγητή Σάκη Καράγιωργα και άλλους διωχθέντες από τη Χούντα καθηγητές, ανύψωσαν το κύρος της Π.Α.Σ.Π.Ε. στο υψηλότερο επιστημονικό επίπεδο που ήταν ποτέ, με πρωτεύουσα θέση στα Α.Ε.Ι. της χώρας.

Με το ευρύ φάσμα των σπουδών του και την ευρεία θεωρητική κατάρτιση και γνώση, πέρα από την αποστεωμένη θεματικά επιστημονική εξειδίκευση που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των πανεπιστημιακών καθηγητών επάνω σε ένα και μόνον γνωστικό αντικείμενο, ο Βασίλης Φίλιας ήταν από τους ελάχιστους εξαιρετέους. Άλλωστε, η επιστημονική του οντότητα επιβεβαιώνεται και από το ογκωδέστατο συγγραφικό του έργο (συνέγραψε 22 βιβλία), το οποίο αποτελεί πρωτοπόρα συμβολή στην επιστήμη της Κοινωνιολογίας, σε βαλκανικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και καλύπτει, κυρίως, την περιοχή της θεωρίας της Κοινωνιολογίας, της Οικονομίας και του Πολιτισμού.

Παράλληλα, ο καθηγητής Βασίλης Φίλιας υπήρξε ένας από τους λίγους υποδειγματικούς πανεπιστημιακούς Δασκάλους, που λειτούργησαν με ανώτατα ποιοτικά κριτήρια ως προς την αξιολόγηση των διδασκόντων, αλλά και των φοιτητών, διδάσκοντας πάντοτε με λόγο που τον διέκρινε η αμεσότητα, η μεταδοτικότητα και η μεθοδικότητα.

Στον τομέα της πολιτικής ζωής του τόπου ο Βασίλης Φίλιας διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο για τη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι, με τη μακρόχρονη πατριωτική, πολιτική και ανυστερόβουλη αγωνιστική του δράση, η οποία καλύπτει ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας.

Σε όλη τη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του, οι προσωπικοί του αγώνες ήταν πάντα ταυτισμένοι με τους αγώνες του λαού. Υπήρξε ασυμβίβαστος με κάθε ιδέα και αρχή που έβλαπτε το κοινό συμφέρον, για το οποίο δεν έπαψε ποτέ να εργάζεται ακούραστα, από οποιαδήποτε θέση και αν κατείχε, έστω και αν αυτό το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του τον άφησε έξω από οποιαδήποτε υψηλή κυβερνητική θέση (υπουργική ή βουλευτική). Ανήκε στην κατηγορία των διακεκριμένων Πολιτικών στελεχών, με υψηλό ηθικό ανάστημα, που προσέφεραν τον εαυτό τους και όλη την ζωή τους σε έναν διαρκή αγώνα για την Ελευθερία και την πρόοδο της Ελλάδας, αλλά βρέθηκαν στο περιθώριο των κυβερνητικών θώκων.

Aπό την παιδική του ηλικία ανέπτυξε αντιστασιακή δράση κατά των Γερμανών και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, μέσα από την Πανελλήνιο Ένωση Αγωνιζομένων Νέων (Π.Ε.Α.Ν.) και το Μαθητικό της τμήμα, την «Ιερή Ταξιαρχία», στην οποία συντόνιζε τους νέους αγωνιστές για την επίτευξη των στόχων της Οργάνωσης, που ήταν, κυρίως, γραψίματα στους τοίχους τη νύχτα, διεκπεραίωση και διακίνηση αντιστασιακού έντυπου υλικού, προκηρύξεις, καθώς και δυναμικές ενέργειες, δολιοφθορές κ.ά. Σε όλο το διάστημα από τις 25/3/1942 και μέχρι το τέλος της Κατοχής συμμετείχε σε περισσότερες από είκοσι (20) μαζικές και πολύνεκρες διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις φοιτητών, μαθητών, εργατών και υπαλλήλων, που έγιναν κατά των κατακτητών στην Ομόνοια, στο Μεταξουργείο, το Σύνταγμα, το Κολωνάκι κ.α. Μάλιστα, τον Οκτώβριο του 1944 τραυματίστηκε σοβαρά στο δεξί του χέρι από αδέσποτη σφαίρα του εχθρού.

Το 1945, λόγω ιδεολογικών διαφορών, αποχώρησε από την «Ιερή Ταξιαρχία», και, ταυτόχρονα, έγινε συνιδρυτής της Πανελλήνιας Οργάνωσης Δημοκρατικών Νεολαιών (ΠΟΔΝ). Μέσα από την Οργάνωση αυτήν και το εκδοτικό της όργανο, τον «Μαχητή», κατά τον εμφύλιο σπαραγμό, συνέβαλλε όσο μπορούσε στην προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις.

Αργότερα, το 1964, συνίδρυσε με άλλους διακεκριμένους επιστήμονες, όπως ήταν ο Σάκης Καράγιωργας και ο Ν. Πουλαντζάς, τον «Όμιλο Παπαναστασίου», στον οποίο υπήρξε Πρόεδρος μέχρι το 1967, με στόχο τη δημιουργία μιας ανανεωτικής ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής παράταξης, που θα προχωρούσε σε δομικές αλλαγές και θα αναπροσανατόλιζε την πολιτική ζωή του τόπου.

Αμέσως μετά την κήρυξη της δικτατορίας του 1967, ο Βασίλης Φίλιας μαζί με τα άλλα βασικά στελέχη του Ομίλου Παπαναστασίου συγκρότησαν την αντιστασιακή οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα», με σκοπό την ανατροπή της Χούντας με κάθε μέσο. Σε όλη την περίοδο της δικτατορίας κατέβαλλε πολλές προσπάθειες και ανέλαβε πολλές πρωτοβουλίες για μία επιτυχημένη συνεργασία και συντονισμό της δράσης όλων των αντιστασιακών δυνάμεων Ελλήνων και ξένων για την πτώση της Χούντας, όπως ήταν το Πατριωτικό Μέτωπο της Αριστεράς.

Για τον λόγο αυτό, μάλιστα, η Χούντα τον θεωρούσε ως τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό της και στις 26/6/1968 τον συνέλαβε και, αφού τον βασάνισε επί 3 μήνες στο κολαστήριο της οδού Μπουμπουλίνας, στη συνέχεια τον οδήγησε αρχικά στις φυλακές Αβέρωφ και κατόπιν, μετά την καταδίκη του από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε 18,5 χρόνια φυλάκισης, στις φυλακές Κορυδαλλού, Καλαμίου Χανίων Κρήτης (Ιτζεδίν), Αλικαρνασσού Κρήτης και Κέρκυρας. Στις φυλακές δραστηριοποιήθηκε με πολλούς τρόπους, αλλά το κυριότερο επίτευγμά του ήταν το πολιτικό μέτωπο πάλης των φυλακών, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το «Ε.Α.Μ. των φυλακών».

Με όλες τις παράνομες αντιχουντικές δραστηριότητές του ο Βασίλης Φίλιας έγινε πασίγνωστος σε όλη τη Δυτική Ευρώπη και αποτέλεσε έναν ζωντανό θρύλο, με αποτέλεσμα η αγωνιστική καταξίωση και η αναγνώρισή του να ξεφύγει πέρα από τα όρια των φυλακών και της Ελλάδας. Μάλιστα, δύο Πανεπιστήμια του εξωτερικού τον ανακήρυξαν καθηγητή και συνδέθηκαν μαζί του δεκάδες επιστημόνων των ΑΕΙ της Βρετανίας και της Γερμανίας.

Στις 21 Αυγούστου 1973 αποφυλακίστηκε με τη γενική αμνηστία, αλλά συνέχισε και μετέπειτα να αντιστέκεται στην προσπάθεια για πολιτικοποίηση της Χούντας με τον Μαρκεζίνη, ενεργοποιώντας διαφόρους στρατιωτικούς εναντίον της Χούντας με δυναμικές ενέργειες.

Μετά την πτώση της δικτατορίας κατέβαλλε πολλές προσπάθειες για έναν ενιαίο τρόπο παρέμβασης του αντιστασιακού χώρου στις πολιτικές εξελίξεις, για την εδραίωση της δημοκρατίας και την εκπλήρωση όλων των βασικών αιτημάτων της Αντίστασης (ισονομία, κοινωνική δικαιοσύνη, αλλαγή πολιτικού ύφους και ήθους κ.λπ.). Παράλληλα, όμως, τα στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας (Δ.Α), σε συνεργασία με τον Α. Παπανδρέου και το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (Π.Α.Κ.), ίδρυσαν από κοινού το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και κατήρτισαν την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης Σεπτεμβρίου. Μάλιστα, στο πρώτο Εκτελεστικό Γραφείο, μαζί με άλλα στελέχη της Δ.Α., συμμετείχε και ο Β. Φίλιας, αλλά οι διάφορες μεθοδεύσεις του Α. Παπανδρέου για την προσωποποίηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. οδήγησαν στην κρίση του 1975, με αποτέλεσμα ο ίδιος και τα άλλα μέλη της Δ.Α. να διαγραφούν και να ιδρύσουν ένα νέο πολιτικό φορέα με την ονομασία Λαϊκή Αγωνιστική Ενότητα (Λ.Α.Ε.), που αργότερα μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστική Ένωση. Η οργάνωση αυτή και ο Β. Φίλιας συνεργάστηκαν με το Κ.Κ.Ε. και, μαζί με τις δυνάμεις της Ελληνικής Αριστεράς (Ε.ΑΡ.), συγκρότησαν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου που συμμετείχε στις εκλογές του Ιουνίου 1989, αλλά λόγω ιδεολογικών διαφωνιών το 1990 διαλύθηκε.

Όμως, ο Βασίλης Φίλιας, μέχρι το τέλος του βίου του, συνέχισε τις πολιτικές του δραστηριότητες και τις συνεργασίες του σε διαφορετικό επίπεδο, με πάμπολλες ομιλίες σε εκδηλώσεις, στην τηλεόραση και αλλού, όπου στηλίτευε διαρκώς την κατάπτωση και την κατάρρευση όλων των κοινωνικών και πολιτικών διαχρονικών αξιών και την ιζηματοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Ο λόγος του πάντα ήταν αιχμηρός και «τσεκουράτος» για κάθε έκνομη ή έκρυθμη λειτουργία του κράτους και, ιδίως, του πανεπιστημιακού χώρου και της κάθε κυβερνητικής ή άλλης παρέκκλισης. Γι’ αυτό, άλλωστε, ήταν περιζήτητος σε πολλά τηλεοπτικά «πάνελ», σε όποιους τηλεοπτικούς σταθμούς δεν είχε τεθεί σε μόνιμο αποκλεισμό, για ευνόητους πολιτικούς λόγους που ενοχλούσαν το κατεστημένο. Πάντως, είναι αξιοσημείωτο ότι μέσα από τις πολλές τηλεοπτικές του εμφανίσεις σε διαφόρους τηλεοπτικούς σταθμούς και τις τηλεοπτικές εκπομπές που ο ίδιος διηύθυνε απέκτησε μεγάλη δημοφιλία και αναγνωρισιμότητα. Το γεγονός αυτό γινόταν φανερό, πολύ συχνά, σε κάθε δημόσια εμφάνισή του στην Αθήνα ή στην επαρχία, όπου γινόταν δέκτης πολλών φιλοφρονήσεων και εκδηλώσεων αγάπης και θαυμασμού από πολλούς απλούς ανθρώπους του λαού που τον συναντούσαν τυχαία και του εξέφραζαν τη βαθιά και ειλικρινή εκτίμησή τους. Γι’ αυτούς ο Βασίλης Φίλιας δεν ήταν ο καθηγητής που περιοριζόταν στην έδρα του πανεπιστημίου, αλλά ήταν ο καθηγητής που «κατέβαινε» στο λαό και μιλούσε τη γλώσσα τους. Γι’ αυτό στο πρόσωπό του αναγνώριζαν όλοι τη δική τους φωνή και τον άνθρωπο που εξέφραζε βροντερά το κοινό περί δικαίου αίσθημα και τον σύγχρονο πατριωτισμό. Παράλληλα, ήταν πάντα σταθερός σημαιοφόρος στους ωραίους αγώνες για τα εθνικά θέματα, την κοινωνική πρόοδο, την παιδεία, τον πολιτισμό, καθώς και την περιφερειακή πολιτιστική και γενικότερη ανάπτυξη. Μάλιστα, η αγωνία του για την πορεία και το μέλλον της Ελληνικής Γλώσσας, ήταν ένα μέρος της γενικότερης αγωνίας του για την πορεία και το μέλλον της Ελλάδας και γι’ αυτό ήταν εκ των συνιδρυτών και Πρόεδρος της Οργάνωσης «Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά», στην οποία διαδραμάτισε ενεργό και βασικό ρόλο.

Ταυτόχρονα, συνέχισε να πολεμά, σε πολιτικό επίπεδο, όλους εκείνους τους μηχανισμούς που περιθωριοποιούν και εκδιώκουν οποιαδήποτε γνήσια ελληνική πολιτιστική έκφραση και υπονομεύουν συστηματικά και μεθοδικά τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας και της παράδοσης. Μάλιστα, θεωρούσε ότι ο εθνικός πολιτισμός αποτελεί πρωταρχικό όπλο προάσπισης της εθνικής μας φυσιογνωμίας. Ακόμη, πίστευε, και το διακήρυσσε παντού, ότι το υγιές κύτταρο του ελληνικού λαού συνεχίζει να λειτουργεί και οι όποιες θυσίες του όχι μόνο δεν πήγαν χαμένες, αλλά δίνουν το παράδειγμα για νέους αγώνες στις νέες γενιές που έπονται, οι οποίες θα χτίσουν τη δική τους ιστορία και θα επιβεβαιώσουν και πάλι, με βαρύ τίμημα, ότι τίποτα δεν χαρίστηκε ποτέ και πουθενά, αλλά κερδήθηκε με αγώνες και θυσίες.

Η ενασχόλησή του με τον πολιτισμό εκφράσθηκε και σε θεωρητικό-επιστημονικό επίπεδο με το πολυεπίπεδο και πολυεδρικό τρίτομο βιβλίο του «Κοινωνιολογία και Πολιτισμός», 1500 σελίδων, στο οποίο, όπως αναφέρει και ο καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας Μιχάλης Μερακλής, «διερευνά και εξετάζει, με μοναδικό και πρωτότυπο τρόπο, το εξαιρετικά σύνθετο και πολύπλοκο φαινόμενο του πολιτισμού, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, καθώς αντιμετωπίζεται από πολλές επιστήμες που ενδιαφέρονται ζωτικά για τον πολιτισμό, σε όλο το φάσμα του ιστορικού χρόνου. Για το λόγο αυτό το βιβλίο αποτελεί μια σπουδαία συμβολή στην επιστήμη για την κοινωνιολογική διάσταση του πολιτισμού στις κύριες εκφάνσεις του».

Ακόμη, ασχολήθηκε θεωρητικά και με τις διάφορες πολιτιστικές εκφάνσεις ως κοινωνικό φαινόμενο σε πλήθος διαλέξεων και ανακοινώσεων που πραγματοποίησε σε συνέδρια, ημερίδες και συμπόσια σε όλη την Ελλάδα, συνεργαζόμενος με έναν μεγάλο αριθμό Πολιτιστικών Συλλόγων και Φορέων της Τοπικής και Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.

Είχα την ευκαιρία, τη χαρά και την ύψιστη τιμή να συνεργασθώ, επί 32 συνεχή χρόνια, με τον καθηγητή Βασίλη Φίλια σε πολλά επίπεδα, όπως σε επιστημονικό, πολιτιστικό και σε προσωπικό επίπεδο και γι’ αυτό θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα τυχερό που με τίμησε με την συνεργασία του και την φιλία του.

Η συνεργασία μας άρχισε σε επιστημονικό πεδίο, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όταν ακόμη ήταν επιβλέπων καθηγητής στη διδακτορική μου διατριβή για τη διερεύνηση της κοινωνικής λειτουργίας των παραδοσιακών χορών, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την αυστηρή καθοδήγησή του και στην οποία συνέβαλε «τα μέγιστα» με την τεράστια επιστημονική του γνώση και σοφία. Από αυτή τη συνεργασία έμαθα πάρα πολλά επιστημονικά μεθοδολογικά στοιχεία και πάντα θα του είμαι ευγνώμων. Όμως, η συνεργασία μας συνεχίστηκε και σε πολιτιστικό επίπεδο, με τη συμμετοχή του σε ένα πλήθος μεγάλων και μικρών εκδηλώσεων, στις οποίες είχα την ευθύνη της διοργάνωσής τους και στις οποίες με τις ομιλίες του εκλαΐκευε τις πολιτιστικές και τις άλλες εκφάνσεις του ελληνικού Πολιτισμού. Γενικότερα, ο Βασίλης Φίλιας υπήρξε μόνιμος επιστημονικός σύμβουλος του Κέντρου Ελληνικού Χορού και Λαϊκού Πολιτισμού (Κ.Ε.ΧΟ.Λ.Π.) και του περιοδικού του «ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ, για τον Πολιτισμό και την Παράδοση», από το 1995 μέχρι το 2013, και συνέβαλλε σημαντικά σε όλη την πολιτιστική του δράση και την εκδοτική του πορεία. Επίσης, υπήρξε θερμός υποστηρικτής του Αγροτικού-Εθνογραφικού Μουσείου Αραδοσιβίων Ελασσόνας, ενισχύοντας τις εκδηλώσεις του με τη συνεχή παρουσία και τη συμμετοχή του, περισσότερο από δέκα χρόνια.

Με όλες αυτές τις μακρόχρονες συνεργασίες με τον Βασίλη Φίλια αναπτύχθηκε μια ισχυρή αδελφική φιλία, η οποία κράτησε μέχρι την τελευταία του πνοή και θα παραμείνει για πάντα ανεξίτηλη στη μνήμη μου.

Η απώλεια του Βασίλη Φίλια είναι τεράστια όχι μόνο για μένα και για τους φίλους του και τους δικούς του ανθρώπους αλλά για ολόκληρη την Ελλάδα και για την Επιστήμη.


Κώστας Γ. Σαχινίδης,
δρ Κοινωνιολογίας


· Σημείωση: Περισσότερες πληροφορίες για το βιογραφικό του Β. Φίλια υπάρχουν στο 15σέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού «ΧΟΡΟΣΤΑΣΙ, για τον Πολιτισμό και την Παράδοση», τεύχος 17 (Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2006), στην ιστοσελίδα www.sachinides.com/xorostasi.
Εικόνες θέματος από mammuth. Από το Blogger.