.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Η Τσαριτσάνη τίμησε τα θύματα του ναζισμού και του φασισμού

Επιμνημόσυνη δέηση τελέσθηκε στην πλατεία της Τσαριτσάνης για τους 52 συνολικά εκτελεσθέντες πατριώτες στο χώρο της πλατείας από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής στις 12 Μαρτίου του 1943 και από τους ναζί στις 20 Αυγούστου του 1944.

Οι ομαδικές εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού και η πυρπόληση της Τσαριτσάνης ήταν αντίποινα για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του χωριού στη λαϊκή αντίσταση ενάντια στο χιτλεροφασισμό, τους ξένους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους.

Οι μνήμες ξαναζωντάνεψαν για τους κατοίκους της ιστορικής και μαρτυρικής κοινότητας. Πλήθος κόσμου συνέρρευσε στην πλατεία για να αποτίσουν φόρο τιμής στους αδικοχαμένους συγγενείς και πατριώτες, οι οποίοι πέθαναν σαν Έλληνες.

Οι σημερινές εκδηλώσεις μνήμης άρχισαν με τη Θεία Λειτουργία και το Μνημόσυνο που τελέσθηκαν στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αμέσως μετά, στις 11 το πρωί, αναπέμφθηκε από τους ιερείς π. Γεώργιο Σαπουνά και π. Αλέξανδρο Νεζεργιώτη επιμνημόσυνη δέηση στο χώρο της εκτέλεσης, μπροστά από το Μνημείο που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της κωμόπολης.

Η δικηγόρος κυρία Ιωάννα Μητσιμπόνα, με μεστή και περιεκτική ομιλία αναφέρθηκε στο χρονικό εκείνων των ημερών του 1943 και 1944, «καταθέτοντας» βήμα – βήμα την περιγραφή των αποτρόπαιων εγκλημάτων, τότε που τα πυροβόλα σκόρπισαν τον θάνατο σε δεκάδες αθώους Τσαριτσανιώτες, στην μαρτυρικότερη κωμόπολη της Θεσσαλίας, επισημαίνοντας με νόημα:
«Η προσωποποίηση σε μικρογραφία του πόνου και της δοκιμασίας της βασανισμένης Τσαριτσάνης . Μεταβλήθηκε κατ΄ επανάληψη σε ολοκαύτωμα. Γνώρισε ένα συνεχή και ανελέητο διωγμό. Καρφί στα μάτια των Ιταλών, στόχος της Γερμανικής βαρβαρότητας. Ατίθαση και ανυπότακτη, υπερήφανη και αδάμαστη. Οι κατακτητές, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορούσαν να καυχηθούν ότι την υποδούλωσαν πραγματικά. Οι Ιταλοί πριν και μετά την καταστροφή της, έλεγαν συχνά: «Η Τσαριτσάνη έχει δική της δημοκρατία».

Και η ομιλήτρια συνέχισε την περιγραφή:
«Οι παρόντες άνδρες έπρεπε να εκτελεσθούν, η απόφαση ήταν παρμένη. Η Τσαριτσάνη έπρεπε να σβήσει! Αμέσως τα γυναικόπαιδα βλέποντας για τελευταία φορά τους προδομένους μελλοθάνατους προχωρούν προς το δρόμο της Ελασσόνας. Όταν αλλόφρονα τα γυναικόπαιδα έφταναν στα τελευταία σπίτια, οι φλόγες έζωναν την κωμόπολη από τις τέσσερις πλευρές. Μα αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά στην αγωνία για τους άνδρες τους και τους δικούς τους, που είχαν μείνει πίσω και δεν ξέραν αν ζούσαν. Γύρω τους όλα ήταν ένα μακάβριο σκηνικό φρίκης. Μέσα στην αναλαμπή από την καιόμενη κωμόπολη, φωνές, θρήνοι και κατάρες, ανακατεμένα με το βροχόνερο, που έπεφτε μέσα στο σκοτάδι που άρχιζε, έκαναν εφιαλτική την ατμόσφαιρα. Στην μαρτυρική πλατεία απόμεναν οι φασίστες ξένοι και ντόπιοι, οι μελλοθάνατοι και τα πολυβόλα. Περνούν μερικά αγωνιώδη δευτερόλεπτα και ενώ το πλήθος είχε φθάσει κοντά στο Α΄ Δημοτικό Σχολείο ακούει το κροτάλισμα των πυροβόλων. Κάτω από τις συνεχείς ριπές σωριάζονται χάμω τα σώματα. Γύρω η πόλη λαμπαδιάζει στις φλόγες. Το πορευμένο πλήθος κλαίει και θρηνεί. Γοερές κραυγές πόνου, φρίκης και οργής γεμίζουν τον παγερό αέρα. Αλλά οι δήμιοι δεν συγκινούνται. Αδιάφοροι οι φασίστες συνεχίζουν ανάλγητοι το μακάβριο έργο τους. Σκοτώνουν εν ψυχρώ και δολοφονούν άοπλους!

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σαράντα πέντε πτώματα σκεπάζουν την πλατεία με το θρυλικό πλάτανο!
Αφηγείται μία αυτόπτης μάρτυς: Μόλις φύγανε τα αιμοσταγή τέρατα τρέξαμε στη νεκρική πλατεία, για να δούμε μπας και γλύτωσε κανένας. Μα, εκείνες, που δεν βλέπαν τους δικούς τους ψάχναν, ψάχναν, ω! τι φρίκη…

Προχώρησα σιγά, σιγά με το κεφάλι σκυμμένο κι έφθασα στην πλατεία. Οι νεκροί έμειναν εκεί, αιώνιοι μάρτυρες της ιστορίας; Μάνες, σύζυγοι, αδελφές, θυγατέρες, άνοιγαν οι ίδιες τους τάφους, για να πάρουν τους δικούς τους! Έπειτα από λίγες μέρες όμως ξέθαψαν τα πτώματα και τα έθαψαν στο νεκροταφείο».

Και η δικηγόρος κυρία Ιωάννα Μητσιμπόνα ολοκληρώνει, μέσα σε χειροκροτήματα: «52 συνολικά Τσαριτσανιώτες έσβησαν, μα οι ψυχές τους έμειναν ολόρθες, για να θυμίζουν στο Έθνος τον έρωτα για την ελευθερία και το χρέος για την πατρίδα, όταν την πατάει ξένο πόδι κατακτητή!».

Σύντομο χαιρετισμό – ποίημα διάβασε συγκινημένος ο κάτοικος Βόλου Μιλτιάδης Σπανός - συγγενής(εγγονός του εκτελεσθέντος Αναστασίου Σπανού – του αείμνηστου παπαΑναστάση), ενώ ποιήματα για τις εκτελέσεις των πατριωτών απήγγειλαν δύο μαθήτριες του Δημοτικού Σχολείου του χωριού μας.

Στη συνέχεια, έγινε η καθιερωμένη κατάθεση στεφάνων από τον Δήμαρχο Ελασσόνας κύριο Νίκο Ευαγγέλου τον Αντιπεριφερειάρχη κύριο Δημήτριο Παπαδημόπουλο, τον Διοικητή της 1ης Στρατιάς Στρατηγό κύριο Ζερβάκη Δημόκριτο, τον Βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Νομού Λάρισας κύριο Παπαδόπουλο Νικόλαο, τον Υποδιευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρισας, τον Διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λάρισας, τον Πρόεδρο Εφέδρων Αξιωματικών Λάρισας, τον Σύνδεσμο αποστράτων Χωροφυλακής και Ελληνικής Αστυνομίας Λάρισας, τον Πρόεδρο της Δημοτικής Κοινότητας του χωριού κύριο Αχιλλέα Μητσιμπόνα , από τους φορείς, τους εκπροσώπους των κομμάτων, τους συλλόγους και τα Σχολεία και το προσκλητήριο των νεκρών, όπου, μέσα σε ατμόσφαιρα συγκίνησης, αναγνώστηκε από εμένα (που είχα την επιμέλεια της εκδήλωσης) ο μακρύς κατάλογος των εκτελεσθέντων από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, συνοδευόμενος από την λέξη «Αθάνατοι!».

Την εκδήλωση τίμησαν Επίσης με την παρουσία τους, ο Ανεξάρτητος Βουλευτής κύριος Κωνσταντίνος Μπαργιώτας, ο Νέος Διοικητής του Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας(ΑΤΑ) Υποπτέραρχος κύριος Γεώργιος Μπλιούμης και ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λάρισας κύριος Γιάννης Καψάλης.

Η εκδήλωση έκλεισε με τιμητική σιγή ενός λεπτού και απόδοση του Εθνικού Ύμνου από μαθητική χορωδία και όλων των παρευρισκομένων. Τέλος Ακολούθησε δεξίωση για τους επίσημους προσκεκλημένους, τις αρχές και τον κόσμο, στην αίθουσα του Κοινοτικού Καταστήματος.



Κείμενο: Γιώργος Μπαμπάλης - Βαγγέλης Σαπουνάς
Φωτογραφίες: Βαγγέλης Σαπουνάς